Press "Enter" to skip to content

Ψάχνοντας για το Κατίν

Με την αφορμή δύο εμπειριών που ανακίνησαν τη σκέψη γύρω από ένα μείζον ιστορικό γεγονός του 20ου αιώνα, που περιβάλλεται από ακόμα μεγαλύτερη ιδεολογική αντιπαράθεση, έγινε μια ερασιτεχνική «έρευνα» ή καλύτερα ανασκόπηση της αναζήτησης χρόνων γύρω από το ζήτημα και τα διάφορα επιχειρήματα που υποστηρίζουν τις δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας.

Πρόκειται για την υπόθεση του Κατίν, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί όσο λίγες στην ιδεολογική αντιπαράθεση του αστικού και κομμουνιστικού στρατοπέδου, με σκοπό την απόδειξη της βαρβαρότητας του αντιπάλου.

Τα γεγονότα που λαμβάνονται ως βάση είναι το εξής ένα: η ανεύρεση δολοφονημένων Πολωνών αξιωματικών, στο δάσος του Κατίν, στην περιοχή του Σμόλενσκ. Σ’ αυτό συμφωνούν όλοι κι έτσι βοηθάει ώστε να γίνει η βάση της αναζήτησης.

Το συγκεκριμένο άρθρο βεβαίως δε διεκδικεί δάφνες επιστημονικής ιστορικής έρευνας, ούτε και είναι αυτός ο σκοπός του. Αξιοποιεί όμως τα διάφορα πορίσματα της κάθε έρευνας, τις ανακοινώσεις και τα συμπεράσματα, τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, τα βάζει δίπλα δίπλα με σκοπό να βγει ένα συμπέρασμα από όλη αυτή τη μακρά διαδικασία που κρατάει κοντά 70 χρόνια. Οποιοσδήποτε έχει διαφορετική γνώμη πάνω στην πορεία των συλλογισμών μπορεί να την εκφράσει και η συζήτηση είναι προσδοκώμενη.

Για λόγους οικονομίας δεν αναφέρονται όλες οι πηγές σε κάθε στοιχείο. Όμως μπορεί ο αναγνώστης εύκολα να τις βρει. Για το λόγο αυτό παρατίθεται ο τρόπος ανεύρεσής τους. Τα αστικά επιχειρήματα αντλήθηκαν από την εξιστόρηση της Αγγλόφωνης Wikipedia και ελέγχθηκαν όλα από τις πηγές τους. Οπότε μπορεί να επισκεφτεί κάποιος τον σύνδεσμο http://en.wikipedia.org/wiki/Katyn_massacre και να βρει ότι χρειάζεται. Σε ορισμένες συνθήκες πηγές αναφέρονται για να κριθεί η αξιοπιστία τους ή και το αντίθετο. Τα επιχειρήματα της κομμουνιστικής πλευράς αντλούνται από το οπτικοακουστικό υλικό που έχει δημοσιεύσει το ΚΚΕ στο σύνδεσμο http://www.youtube.com/watch?v=tfctQg3-yLI ενώ στο ίδιο βίντεο βρίσκεται και η αναφορά του Β.Ι.Ιλιούχιν.

Ξεκινάει η αναζήτηση και η αντιπαράθεση:

Η εξιστόρηση θα ακολουθεί συνεχώς την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την ιδεολογική αντιπαράθεση, μιας και η εξιστόρηση με βάση τα γεγονότα που αφορούν την ίδια τη δολοφονία είναι το ζητούμενο και για λόγους μεθοδολογίας δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση.

Η πρώτη αναφορά

Η πρώτη δημόσια αναφορά στο έγκλημα του Κατίν γίνεται από το Ράδιο Βερολίνο στις 13 Απρίλη του 1943. Αναφέρει ότι «ανακαλύφθηκε «μια τάφρος, 28 μέτρα μήκος και 16 μέτρα πλάτος, με πτώματα 3000 Πολωνών αξιωματικών στοιβαγμένα σε 12 στρώματα». Για το ιστορικό πλαίσιο, στις 13 Απρίλη του 1943, η περιοχή του εγκλήματος βρίσκεται υπό Ναζιστική κατοχή. Οι Σοβιετικές Δυνάμεις έχουν ξεκινήσει ωστόσο την αντεπίθεσή τους μετά τη νίκη στη Μάχη του Στάλινγκραντ που ολοκληρώθηκε στις 2 Φλεβάρη του 1943. Οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τα συγκεκριμένα εδάφη πριν από την 1η Σεπτέμβρη του 1941, τη στιγμή δηλαδή, που κατά τη διάρκεια της μάχης του Σμόλενσκ, που σηματοδοτούσε την πρώτη φάση της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα», η Σοβιετική γραμμή άμυνας βρισκόταν πολύ πίσω από τα μετ’ έπειτα Πολωνικά σύνορα.

Την ίδια μέρα, σύμφωνα με την αγγλική μετάφραση του 1948, των απομνημονευμάτων 1942-1943 του Γιόζεπ Γκέμπελς, ο υπουργός προπαγάνδας των Ναζί γράφει: «Τώρα χρησιμοποιούμε την ανακάλυψη 12000 Πολωνών αξιωματικών, που δολοφονήθηκαν από τη GPU, για αντι-μπολσεβίκικη προπαγάνδα μεγάλου τύπου. Στείλαμε ουδέτερους δημοσιογράφους και Πολωνούς διανοούμενους στο σημείο της ανακάλυψης. Οι αναφορές που μας στέλνουν ως τώρα είναι καταπληκτικές. Ο Φύρερ μας έδωσε επίσης την άδεια να προωθήσουμε δραστικά νέα στο Γερμανικό Τύπο. Έδωσα οδηγίες για την ευρύτερη δυνατή χρήση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε μ’αυτό μια-δυο βδομάδες.» Το συγκεκριμένο χωρίο παρουσιάζεται και από αστούς και από κομμουνιστές. Οι αστοί το δέχονται ως μια απλή αναφορά του Γκέμπελς, ενώ οι Κομμουνιστές δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο Γκέμπελς το χαρακτηρίζει «προπαγανδιστικό υλικό». Παρ’ όλα αυτά δε βγαίνει μόνο από τη συγκεκριμένη αναφορά κάποιο παραπέρα συμπέρασμα όσο αφορά την ιστορία. Μπορεί ωστόσο να φανεί χρήσιμο στη συνέχεια. Το σίγουρο είναι ότι βοηθάει η γνώση της ανάγκης που είχε η Γερμανία για μια τέτοια ανακάλυψη, καθώς έπρεπε να μαζέψει Πολωνούς με το μέρος της τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός επέλαυνε και απειλούσε την κυριαρχία της στην Ανατολική Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση η 13η Σεπτέμβρη του 1943 αποτελεί την ημερομηνία της πρώτης δημόσιας αναφοράς.

Η διαδικασίες εξιχνίασης υπό Ναζιστική κατοχή

Οι Ναζί τότε αρχίζουν τη διαδικασία εξιχνίασης του εγκλήματος. Αργότερα δημοσιεύτηκε ότι η ιστορία ανεύρεσης του μαζικού τάφου των Πολωνών αξιωματικών ξεκίνησε το 1942, όταν Πολωνοί εργαζόμενοι των σιδηροδρόμων ανακάλυψαν μια ταφόπλακα, κάτι στο οποίο δε δόθηκε ιδιαίτερη σημασία όμως καθώς δε θεωρούσαν ότι μπορεί να σηματοδοτεί ένα τέτοιο στυγερό έγκλημα. Βεβαίως η πηγή αυτής της πληροφορίας είναι η επιστημονική εργασία μιας Πολωνής ιστορικού, της Barbara Polak, που δεν είναι τίποτ’ άλλο από συνέντευξη δύο ανθρώπων της περιοχής, του Witold Wasilewski και Jędrzej Tucholski, οι οποίοι βεβαίως δεν αναφέρουν καμία ημερομηνία για την ανεύρεση της συγκεκριμένης ταφόπλακας. Η συγκεκριμένη πηγή με βάση την κρίση της υπόθεσης κρίνεται ανεπαρκής λόγω υποκειμενικότητας των πηγών και ασάφειας των στοιχείων. Είναι μάλιστα δημοσιευμένη μονάχα σε περιοδικό ενός Κροατικού Πανεπιστημίου και πουθενά παραπέρα.

Την ίδια ώρα αναφέρεται σε πηγές των Ναζί ότι από τις αρχές του 1943 ο Γερμανός αξιωματικός της Wermacht, Rudolf von Gersdorff, λαμβάνει αναφορές για επιτύμβιες αναγραφές Πολωνών αξιωματικών.

Η ιστορία συνεχίζεται με τους Ναζί να κατηγορούν την ΕΣΣΔ και τον Στάλιν να αρνείται τη Σοβιετική ενοχή. Οι Ναζί στη συνέχεια στέλνουν επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για να εξιχνιάσει το έγκλημα. Η επιτροπή αποτελείται από εκπροσώπους από τις παρακάτω χώρες: Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Κροατία, Ολλανδία, Ρουμανία, Σουηδία, Σλοβακία και Ουγγαρία. Η επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Σοβιετικοί διέπραξαν το έγκλημα.

Εδώ υπάρχει σημείο αντιπαράθεσης. Οι κομμουνιστές ισχυρίζονται την ανεπάρκεια αξιοπιστίας της επιτροπής, αφού όπως εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει αποτελούνταν από εκπροσώπους χωρών που βρίσκονταν κάτω από το Ναζιστικό ζυγό. Επικαλούνται επίσης τις μαρτυρίες των εκπροσώπων της Βουλγαρίας και της Τσεχίας, οι οποίοι αργότερα ανακάλεσαν την ετυμηγορία τους. Επίσης, οι κομμουνιστές επικαλούνται το γεγονός ότι στις συγκεκριμένες μαρτυρίες αναφέρεται ότι έγινε έρευνα μόνο σε 9 προεπιλεγμένα πτώματα και μόλις για 2 ημέρες. Εδώ όμως οι αστοί υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί ούτε αυτό να κριθεί επαρκές αφού τα χρόνια της ανάκλησης, οι χώρες τους βρίσκονταν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας και άρα ήταν σύμμαχοι της ΕΣΣΔ. Άλλοι μάρτυρες δεν υπήρξαν για να «μιλήσουν ελεύθερα» αργότερα και οι κομμουνιστές ισχυρίζονται την εκτέλεσή τους από τους Ναζί υπό το φόβο της αποκάλυψης. Με αυτά τα στοιχεία το μόνο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο το συμπέρασμα εκείνης της επιτροπής, κάτι που από το στρατόπεδο των αστών είχε ισχυριστεί και ο Τσώρτσιλ στις 24 Απρίλη 1943, λέγοντας πως δε μπορεί να θεωρήσει έγκυρη οποιαδήποτε έρευνα υπό Ναζιστική κατοχή. Την ίδια ώρα βέβαια, ύστεροι αστοί ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Τσώρτσιλ νωρίτερα (15 Απρίλη 1943) είχε εμπιστευτεί σε ιδιωτική συζήτηση σε Πολωνό αξιωματούχο που βρισκόταν στην Αγγλία, τη Σοβιετική ενοχή, κάτι για το οποίο ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία.

Η εξιχνίαση μετά την αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού

Το Σεπτέμβρη του 1943, τη στιγμή δηλαδή που οι Ναζί υποχωρούν από την περιοχή ο Γκέμπελς γράφει στα απομνημονεύματα (πάντα στην αγγλική, δηλαδή θεωρημένη από τους αστούς έκδοση): «Δυστυχώς πρέπει να τελειώνουμε με το Κατίν. Οι Μπολσεβίκοι αναμφισβήτητα σύντομα θα «βρουν» ότι πυροβολήσαμε 12000 Πολωνούς αξιωματικούς της αστυνομίας. Αυτό το επεισόδιο θα μας δημιουργήσει κάποιους μπελάδες στο μέλλον. Οι Σοβιετικοί αναμφισβήτητα θα κάνουν τη δουλειά τους και θα βρουν όσες αναφορές μαζικών τάφων χρειάζονται και ύστερα θα τα ρίξουν σε εμάς.» Οι αστοί αναφέρουν αυτή την αναφορά ως πρόγνωση του Γκέμπελς για την «άδικη» κατηγορία. Οι κομμουνιστές απλά το θεωρούν την προφανή αντίδρασή του μπροστά στην αποκάλυψη της αλήθειας. Το σίγουρο είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αυτά γράφει ο Γκέμπελς, ίσως έχει μια σημασία ο αριθμός που αναφέρει, δηλαδή 12000 θύματα και επίσης η ιδιότητά τους, αξιωματικοί της αστυνομίας. Εδώ βρίσκεται μια αντίφαση για τους κομμουνιστές, καθώς αναφέρονται 12000 θύματα, καμία σχέση με τα 3000 που είχαν αναφερθεί τον Απρίλη. Το ζήτημα της αντίφασης του ίδιου του Γκέμπελς με πηγή τα απομνημονεύματά του είναι σοβαρό και το γεγονός ότι η αστική πλευρά δεν το δικαιολογεί δίνει μισό πόντο στους κομμουνιστές.

Τους μήνες Σεπτέμβρη και Οκτώβρη 1943 ξεκινάει η Σοβιετική ανακριτική έρευνα. Οι αστοί θεωρούν ότι όσοι εξετάστηκαν απειλήθηκαν ότι αν πουν κάτι αντίθετο με τα Σοβιετικά συμφέροντα θα θεωρηθούν πράκτορες των Γερμανών και θα εκτελεστούν. Για το λόγο αυτό δε λαμβάνονται στο συλλογισμό υπόψη τα αποτελέσματά της.
Το Γενάρη του 1944, ξεκινάει επιτόπου ιατροδικαστική έρευνα με επικεφαλής τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών της ΕΣΣΔ, Νικολάι Μπουρντένκο. Τα αποτελέσματα της έρευνας, που καταμαρτυρούν τη Ναζιστική ενοχή, πιστοποιούνται από ομάδα Αμερικανών και Βρετανών δημοσιογράφων. Αυτό ήταν το επιχείρημα των κομμουνιστών και η επίσημη θέση της ΕΣΣΔ για δεκαετίες. Ωστόσο οι αστοί επικαλούνται ύστερες δηλώσεις των ξένων δημοσιογράφων που αναφέρουν ότι λειτουργούσαν υπό καθεστώς αποθάρρυνσης της εμβάθυνσης. Μόνο και μόνο γι’ αυτές τις αναφορές δε μπορεί να θεωρηθεί defacto αληθές το συμπέρασμα.

Ερευνώντας παραπέρα όμως υπάρχουν οι λεπτομέρειες των ερευνών οι οποίες δίνουν τα εξής, τα οποία δεν αντικρούστηκαν ποτέ ούτε από τους αστούς, ούτε από τους προηγούμενους δημοσιογράφους και αξιωματούχους των ΗΠΑ και Αγγλίας που προσήλθαν ως παρατηρητές. 1) Οι σφαίρες είχαν διαμέτρημα που δεν ανταποκρινόταν σε κανέναν τύπο όπλου που παρήγαγε η ΕΣΣΔ. Γεγονός που αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Γκέμπελς ο οποίος τόνιζε ότι «είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη, αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού η όλη υπόθεση του Κατύν θα κατέρρεε». 2) Τα χέρια των εκτελεσμένων ήταν δεμένα με σκοινί που δεν παραγόταν στην ΕΣΣΔ, αλλά στη Γερμανία. 3) Πάνω στα θύματα βρέθηκαν έγγραφα, επιστολές με ημερομηνίες που έπονταν της Γερμανικής εισβολής. Αναφέρεται στη Γερμανική έκθεση του 1943, στη σελίδα 300, αναπαράγεται έγγραφο, από πτώμα στο Κατύν, με ημερομηνία 20 Οκτώβρη 1941, όταν από καιρό η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. 4) Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι ο βαθμός αποσύνθεσης ανατρέπει του Γερμανικούς ισχυρισμούς για τη χρονολογία του εγκλήματος. Το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία δε διαψεύστηκαν ποτέ από τους αρμόδιους αστούς, ενώ το «λάθος» της Γερμανικής έκθεσης αποτελεί δική τους πηγή,  δίνει ακόμα ένα πόντο στην επιχειρηματολογία των κομμουνιστών.

Μετά τον πόλεμο

Στις 19 Ιούνη του 1945, οι New York Times, σε ανταπόκριση από τη Στοκχόλμη που ανέφερε τις καταθέσεις του τελευταίου επικεφαλής των Ες-Ες, Walter Schellenberg, ότι σε ανακρίσεις των συμμάχων δήλωσε πως η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατύν, υπήρξε προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκέμπελς και Ρίμπεντροπ. Το γεγονός ότι η πηγή είναι αστική, τα πρακτικά της δίκης επίσημα και το δικαστήριο των συμμάχων με τη συμμετοχή αστών και κομμουνιστών, δίνουν ακόμα ένα πόντο στους κομμουνιστές.

Στο ίδιο πλαίσιο η αναφορά των κομμουνιστών που είναι εύκολο να ελεγχθεί, ότι στα αρχεία του Foreign Office εμπεριέχονται και άλλες ομολογίες Γερμανών αξιωματικών σχετικά με τη Ναζιστική ενοχή, καθώς και η μη διάψευσή της με οποιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτό μέσο από τους αστούς, τους δίνει ακόμα μισό πόντο στην ιδεολογική αντιπαράθεση.

Το 1946 στη Δίκη της Νυρεμβέργης, η ΕΣΣΔ προτείνει την εξέταση της υπόθεσης του Κατύν. Αμερικανοί και Βρετανοί το αρνούνται. Το 1951, με αφορμή τον πόλεμο στην Κορέα συστήνεται αμερικανική επιτροπή που καταλήγει στο συμπέρασμα της Σοβιετικής ενοχής και προτείνει την παραπομπή της ΕΣΣΔ στο Διεθνές Δικαστήριο. Αναφέρονται καταθέσεις των Ναζί στην επιτροπή. Το συγκεκριμένο γεγονός δεν είναι πειστήριο, ωστόσο αναφέρεται γιατί καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της Αμερικανικής επιτροπής που είναι ευθέως ύποπτοι για δόλο. Μάλιστα είναι ακόμα πιο ύποπτο το γεγονός ότι η Αμερικανική επιτροπή έβγαλε το πόρισμά της …από απόσταση.

Στο ίδιο μήκος κύματος, δηλαδή της αυτοαναίρεσης, κινούνται και οι δηλώσεις του Ρούσβελτ και του Βαν Φλιτ, που ενώ ο πρώτος το 1944, μεσούντος του πολέμου, καταλόγιζε το έγκλημα στους Ναζί, ο δεύτερος με τη λήξη του έσπευσε να κατηγορήσει την ΕΣΣΔ. Επαναλαμβάνεται, δεν είναι ιστορικά πειστήρια, παρά μόνο στοιχεία αναξιοπιστίας της Αμερικανικής επίσημης θέσης και κατ’ επέκταση της αστικής.

Το μεγάλο παιχνίδι

Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, αρχές της δεκαετίας του 1990, ξεκίνησε το μεγάλο παιχνίδι το οποίο ορίζει τη σημερινή κυρίαρχη-αστική θέση. Ξεκαθαρίζεται ότι για λόγους μεθοδολογίας: 1) οποιαδήποτε «επίσημη» θέση δε θεωρείται αληθής, το ενδιαφέρον είναι να εξεταστούν τα επιχειρήματα και όχι η δύναμη των εκφραστών τους η οποία είναι δεδομένη και κατά την ιστορία μεταβαλλόμενη, 2) παράγοντες όπως οι Γκορμπατσόφ, Γέλτσιν και λοιποί ηγέτες της σύγχρονης Ρωσίας δε μπορούν να συγκαταλεγούν στους εκπροσώπους του κομμουνιστικού στρατοπέδου, το ζήτημα είναι έτσι κι αλλιώς ιδεολογικό και άρα ταξικό και όχι εθνικό, δεν εξετάζεται η ενοχή της Ρωσίας ή της Γερμανίας, αλλά η συμβολή του Ναζιστικού στρατοπέδου και του αντίστοιχου Κομμουνιστικού κατά την πορεία του πολέμου. Έτσι είναι φυσικό αυτοί που γκρέμισαν την ΕΣΣΔ και απαγόρευσαν τη δράση του ΚΚΣΕ να θεωρηθούν μεθοδολογικά εκπρόσωποι του αστικού στρατοπέδου.

Το Σεπτέμβρη του 1989, με εντολή του Γκορμπατσόφ, καλούνται Πολωνοί στον τόπο ταφής στο Κατύν, που με επικεφαλής τον πρώην σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Zbigniew Brzezinski, καλύπτουν το μνημείο που αναφέρει το έγκλημα των Ναζί με τα αρχικά της NKVD. Αυτό αποτελεί στοιχείο στα χέρια των κομμουνιστών για ύποπτο ρόλο του Γκορμπατσόφ, ενώ αναδεικνύει στοχεύσεις από την αστική μεριά. Δεν είναι ιστορικό πειστήριο, αλλά βοηθάει το συλλογισμό.

Το 1990 ο Γκορμπατσόφ παραδέχεται το έγκλημα της NKVD και μάλιστα αναφέρει δύο ακόμα αντίστοιχα μέρη ταφής κοντά στην πρώτη τοποθεσία. Στις 13 Απρίλη 1990, 47η επέτειο από την ανακάλυψη των τάφων, η Σοβιετική ηγεσία ζητεί συγγνώμη για το έγκλημα. Τα συγκεκριμένα γεγονότα αναφέρονται μονάχα για να οριστεί η αλλαγή της στάσης της επίσημης Ρωσίας, η οποία είναι ταυτόχρονη με την αλλαγή της πολιτικής της πλεύσης και πολιτικού συστήματος. Άρα αυτό που καταρρίπτουν είναι μονάχα τη μεθοδολογία της εθνικής προσέγγισης του ζητήματος. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρονται ταχέως η «αποδοχή του εγκλήματος» από την Κρατική Δούμα, το 2010.

Το μεγάλο νέο στοιχείο είναι η δημοσιοποίηση των εγγράφων που αποτελούν κατά τους αστούς κριτήριο της Σοβιετικής ενοχής. Η δημοσιοποίησή τους έγινε την περίοδο 1991-1992 από τον Γέλτσιν.

Όσο αφορά το περιεχόμενο των εγγράφων, αυτά αποτελούνται από ένα σημείωμα του Μπέρια, υπεύθυνου της Εθνικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ, προς τον Στάλιν που ανέφερε την εντολή εκτέλεσης 25700 Πολωνών «εθνικιστών και αντεπαναστατών», καθώς και την αντίστοιχη απόφαση του ΠΓ του ΠΚΚ Μπ (Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα – Μπολσεβίκοι), με τις υπογραφές των Στάλιν, Μολότοφ, Βοροσίλοφ και Μικογιάν και τη συγκατάθεση των Καλίνιν και Καγκάνοβιτς που είναι γνωστό ότι δεν ήταν παρόντες στη 13η σύνοδο του Οργάνου, το Μάρτη του 1940.

Σύμφωνα με αυτά τα έγγραφα που φέρουν ημερομηνία 5 Μάρτη 1940, τότε διατάχθηκε η εκτέλεση περίπου 22000 Πολωνών αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας, καθώς και δικηγόρων, αγροτών, αστυφυλάκων, λοιπών πρακτόρων κλπ. Μάλιστα τα στοιχεία που ήρθαν στο φως αναφέρουν ότι αυτοί όλοι υπήρξαν κρατούμενοι σε συγκεκριμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Σοβιετικών και γίνεται αναφορά πόσοι εκτελέστηκαν από κάθε στρατόπεδο. Τα διάφορα στοιχεία αναφέρουν ότι η NKVD (η Σοβιετική Υπηρεσία Ασφαλείας) φυλάκισε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης 250.000 με 454.700 Πολωνούς, αριθμοί που ξεπερνούν τα όρια της στατιστικής σημαντικότητας (όρος της στατιστικής, δεν εννοείται η σημαντικότητα του μεγέθους).

Οι αστοί και η επίσημη προπαγάνδα τους έχει μείνει σε αυτό το σημείο. Φαίνεται επίσης ότι κερδίζουν έναν μεγάλο πόντο που ίσως ανατρέπει τους προηγούμενους των κομμουνιστών, στη μάχη της αναζήτησης του θύτη. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει η αντίκρουση από την απέναντι μεριά, τα στοιχεία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα που έδωσαν πόντους, δεν είναι αδιάσειστα.

Τα συγκεκριμένα έγγραφα, που παραδόθηκαν από τον Γέλτσιν στο Βαλέσα, είναι αυτά που προσκομήθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία του Γέλτσιν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με σκοπό την απαγόρευση του ΚΚΣΕ. Όταν είχαν παραδοθεί εκείνα τα έγγραφα υπήρχαν σοβαρότατοι ισχυρισμοί για πλαστογραφία που στηρίζονταν στα εξής: 1) Η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου φέρει την ίδια ημερομηνία σύνταξης και έγκρισης από τα μέλη του ΠΓ, κάτι που ήταν αδύνατο να γίνει. 2) Τα έγγραφα που κατατέθηκαν ήταν φωτοαντίγραφα, αν και ζητήθηκαν τα γνήσια από το Συνταγματικό Δικαστήριο και από την Πολωνική πλευρά. 3) Σε ύστερη εξέταση από το Εγκληματολογικό Εργαστήριο του Μολοκόφ, αποκαλύφθηκε ότι τα έγγραφα περιέχουν κομμάτια που δαχτυλογραφήθηκαν σε διαφορετικές γραφομηχανές.

Ίσως βέβαια αυτά τα επιχειρήματα των κομμουνιστών να μην είναι αρκετά και να είναι μια προπαγανδιστική στρατηγική από τη μεριά τους. Ωστόσο φέρουν ευθύνη οι αστοί που παρουσίασαν στοιχεία που εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες. Η εξέταση-αναζήτηση χρειάζεται να συνεχιστεί.

Το πρώτο επιχείρημα που αντικρούει τα επιχειρήματα των αστών είναι ένα επιχείρημα των ίδιων των αστών, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να αποφύγουν να προσκομίσουν στοιχεία «ανακάλυψαν» και αναπαρήγαγαν αρκετές φορές ότι Κατά τη δεκαετία του 1950, η Σοβιετική Ένωση (ΚαΓκεΜπε) αποφάσισε να καταστρέψει χιλιάδες αρχεία που αφορούσαν το Κατίν. Σύμφωνα με σημείωμα του Αλεξάντρ Σελέπιν, αρχηγού της υπηρεσίας στον Χρουστσόφ, που αφορούσε την άδεια για την καταστροφή των στοιχείων εκτέλεσης 21857 Πολωνών και αργότερα δημοσιοποιήθηκε. Μισό πόντο δίνουν οι αστοί στους κομμουνιστές με αυτή τους την ανακάλυψη. Γιατί αν τα αρχεία υπήρχαν και καταστράφηκαν, τότε στη συνέχεια πώς δημοσιοποιήθηκαν;

Η μεγάλη αποκάλυψη όμως και ίσως πιο τρανταχτή απόδειξη που δεν έχει διαψευστεί ήρθε από τον βουλευτή του ΚΚΡΟ και τελευταίο εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ, Βικτόρ Ιβάνοβιτς Ιλιούχιν, ο οποίος ανακοινώνει επίσημα σε βίντεο που δημοσιεύτηκε από το pkrf.tv, σελίδα του ΚΚΡΟ, ότι στις 25 Μάη 2010, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο που δεν αποκάλυψε τα στοιχεία του και του αποκάλυψε στη συνέχεια όλα τα στοιχεία για τη μέθοδο παραγωγής των πλαστών εγγράφων. Στο βίντεο ο Ιλιούχιν παρουσιάζει τα πειστήρια του εγκλήματος, δηλαδή τις σφραγίδες με τις υπογραφές του Στάλιν και των λοιπών σοβιετικών αξιωματούχων που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ αναφέρει λεπτομέρειες για τη διαδικασία πλαστογράφησης (τοποθεσία εργαστηρίων, ημερομηνίες κλπ). Το βίντεο ακολουθεί και είναι μέρος εκείνου που αναφέρεται στην αρχή του κειμένου.

Ο Ιλιούχιν βρήκε το θάνατο μυστηριωδώς το βράδυ της 19ης προς 20η Μάρτη 2011. Ακόμα ένας πόντος για τους κομμουνιστές και μισός για τον «ύποπτο» θάνατο του Ιλιούχιν.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα και με την αναμέτρηση που γίνεται κατά την πορεία του κειμένου η κομμουνιστική επιχειρηματολογία επιβάλλεται με 5 μονάδες, έναντι καμίας, της αντίστοιχης αστικής. Με τη συγκεκριμένη αναζήτηση εδώ συμπέρασμα βγαίνει και είναι ξεκάθαρο. Όποιος θέλει μπορεί να πάρει λοιπόν αυτά τα σημεία και να τα αντικρούσει. Να αντικρούσει όμως επί του θέματος, γιατί αν θέλει να μιλήσει γενικά για τον Στάλιν, γενικά για την ΕΣΣΔ, γενικά για τον Β’ΠΠ, γενικά για το Κομμουνιστικό Κίνημα, μπορεί να το κάνει σε άρθρα που σίγουρα θα ακολουθήσουν, ή σε άρθρα που βρίσκονται αλλού στο διαδίκτυο. Επί του θέματος αν μπορεί να παρέμβει κανείς.

Δεύτερο συμπέρασμα για τους αστούς: Μια φορά ψεύτης, πάντα ψεύτης (sic).