Press "Enter" to skip to content

Από εκλογές ξέρουμε, από πολιτική;

Αυτά που θα διαβάσετε στις παρακάτω σειρές αντανακλούν φυσικά σε μεγάλο βαθμό την “αποψάρα” μου, που αποφάσισα να εκθέσω λίγες μέρες πριν τις φετινές βουλευτικές εκλογές και μετά την -σχεδόν- ολοκλήρωση μιας αρκετά ενδιαφέρουσας προεκλογικής περιόδου. Το λέω αυτό από την αρχή, γιατί αν κάποιος ψάχνει να διαβάσει ένα άρθρο κάποιου επικίνδυνα “αντικειμενικού” που είναι φαινομενικά μακριά απ’ όλα αλλά αύριο εμφανίζεται με την κομματική του ιδιότητα να καθοδηγεί όσους “αντικειμενικά” έπεισε, τότε η καλύτερη επιλογή είναι το “close tab”. Παρ’ όλα αυτά, επειδή παρατηρώ πολύ ενδιαφέροντα πράγματα στο παρόν σε συσχέτιση πάντα με το παρελθόν, την πολιτική ιστορία της χώρας, και αφού μου δίνεται η δυνατότητα να το κάνω, αποφάσισα να μοιραστώ τις απόψεις μου με όποιον συμφωνεί, διαφωνεί, δεν ξέρει, δεν απαντά, αλλά τουλάχιστον έχει μια περιέργεια να τις διαβάσει.

Προφανώς, η ανάγκη αυτή, για ένα τέτοιο, αναλυτικό και μακροσκελές άρθρο, όπως αυτό που ακολουθεί, δεν προήλθε από την ιδέα ότι η “αποψάρα” μου, είναι τόσο τρομερή που θα συμβάλει στην αλλαγή νοοτροπιών, προβληματισμών και ιδεολογιών, αλλά καθώς είχα ένα πολύτιμο εργαλείο που τα προηγούμενα χρόνια είχαν μόνο όσοι επαγγελματικά ασχολούνταν με την πολιτική, αποφάσισα να γράψω κάτω αυτά που κατάλαβα. Το εργαλείο αυτό είναι το διαδίκτυο και οι δυνατότητες που δίνει στον καθένα μας να έχει απ’ ευθείας πρόσβαση στη σκέψη εκατομμυρίων ανθρώπων, είτε αυτή είναι καθοδηγούμενη μέσα απ’ αυτό σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό. Αυτή η ενασχόληση με το “τι λένε οι άλλοι”, με οδήγησε δυστυχώς στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο της σκέψης δεν είναι και τόσο ανεπτυγμένο, πράγμα που με οδήγησε ακολούθως στο συμπέρασμα ότι είναι πολύ λογικά τα εκλογικά αποτελέσματα. Αλλά επειδή δε θα ήθελα να παραμείνω ο “έξυπνος πλην σιωπηλός” αποφάσισα να βάλω και τη δική μου άποψη σ’αυτή τη μεγάλη προεκλογική έκθεση.

Έτσι λοιπόν, η διαδρομή της σκέψης που ακολούθησα σκεφτόμενος πώς θα μπορούσα να εκφράσω τα όσα σκέφτομαι για το πολιτικό σκηνικό, αλλά και την πολιτική σκέψη των Ελλήνων, ήταν πολύ απλή: να πιάσω έναν έναν τους πολιτικούς σχηματισμούς, για να το πω πιο απλά, τα κόμματα, και να παραθέσω πώς αντιλαμβάνομαι τη θέση τους στην πολιτική, αλλά και την πολιτική συμβολή των υποστηρικτών τους στην κοινωνία γενικότερα.

Ελπίζω, χωρίς να έχω την προσδοκία να γράψω κάτι το τόσο διαφορετικό, να υπάρχουν μερικοί άνθρωποι ακόμα που θα βρουν ενδιαφέροντα τα παρακάτω. Για να φύγουμε απ’ τον πρόλογο λοιπόν, μπαίνω κατ’ ευθείαν στο θέμα και πιάνω τα κόμματα ένα ένα, με τη σειρά που μου ήρθε και αυθαίρετα μου μοιάζει λογική και αφήνοντας έξω κάποιους μικρότερους σχηματισμούς, όχι λόγω της σημασίας τους – η οποία για μένα δεν πάει με το εκλογικό ποσοστό – αλλά επειδή θα ξεφύγει μακριά η κουβέντα σε πολύ πιο ειδικά και καθόλου της ώρας ζητήματα.

Έχουμε και λέμε λοιπόν…

ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Είναι το κόμμα που έχει καταφέρει να επιβιώσει μετά την κοσμογονία των τελευταίων χρόνων της κρίσης ως ο βασικός πόλος της συντήρησης στην Ελλάδα. Η ιστορία της λίγο πολύ γνωστή, καθώς αποτέλεσε το σχηματισμό που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος ίδρυσε με την έναρξη της περιόδου της μεταπολίτευσης, φιλοδοξώντας να συγκεντρώσει σ’αυτό ένα ετερόκλητο μίγμα από συντηρητικά σκεφτόμενους ανθρώπους, διαφορετικής ταξικής προέλευσης αλλά και με πολύ διαφορετικές ιδέες, που αντανακλούν (ή αντανακλούσαν) φυσικά και σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα να έχουν τέτοιες, με βάση τα όσα επιτρέπει το διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο του καθενός απ’αυτούς.

Κατά τη διάρκεια των 40 χρόνων από την ίδρυσή της πήγαινε κι ερχόταν μεταξύ του φαινομενικά πιο προοδευτικού “κεντρώου χώρου” και της βαθειάς “δεξιάς”. Σε αντίθεση με άλλα αντίστοιχα κόμματα της Ευρώπης είχε τη δυσκολία μέσα σ’αυτή την περίοδο να διαχειριστεί έναν πληθυσμό που το βιοτικό του επίπεδο και άρα και το μορφωτικό ανέβηκαν απότομα τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης και “παραδοσιακά” στηρίγματα που τη βοηθούσαν σε άλλες εποχές δε μπορούσαν από ένα σημείο και μετά να της εξασφαλίσουν τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου κόμματος.

Έτσι, από τη “μεγάλη δημοκρατική παράταξη” του “Καραμανλή ή Τανκς”, περνώντας μια περίοδο όπου τόνισε τα συντηρητικά ως και ακροδεξιά της χαρακτηριστικά υπό την ηγεσία του Ευάγγελου Αβέρωφ, πέρασε σε μια σαφώς πιο “κεντρώα” πορεία, με τα ηνία να αναλαμβάνει ο “αποστάτης” Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος ήταν και αυτός που μπόρεσε να σταματήσει, έστω και προσωρινά, τη “λαίλαπα της Αλλαγής” στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Προφανώς δεν ισχυρίζομαι ότι ο Μητσοτάκης ήταν πιο …”αριστερός”, αλλά σίγουρα αυτό που ήθελε να εμπνεύσει στο χώρο της Νέας Δημοκρατίας ήταν ένα προφίλ πιο “σύγχρονο” αποποιούμενος και τα “βαρίδια” των χουντικών και “παλαιοφασιστών” που φιλοξενούσε στις τάξεις της. Η πορεία αυτή, αν και δε μπόρεσε να κριθεί, έδειχνε να συνεχίζεται με τον Έβερτ, ενώ η ηγεσία του ανιψιού Κώστα Καραμανλή, ήταν αυτή που την έφερε πιο κοντά σε ότι ήταν τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμματα, χριστιανοδημοκρατικά και “λαϊκοδεξιά” λεγόμενα, στις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Μάλιστα ο Καραμανλής ο νεότερος ήταν αυτός που απεμπόλησε ακροδεξιά στοιχεία, με αποτέλεσμα αυτά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και αργότερα, επί των κυβερνήσεών του, να ψάχνουν στέγη σε άλλους κομματικούς μηχανισμούς.

Την “κεντρώα” αυτή πορεία διέκοψε με ριζοσπαστικό τρόπο ο “επαναπατριζόμενος” Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος συντηρώντας τα χαρακτηριστικά που και ο ίδιος είχε αποκτήσει, της “σκληρής δεξιάς” των Κενταύρων και των Rangers, είχε ως τακτική του να τονώσει το φανατισμό του στρατοπέδου της συντηρητικής παράταξης, φτάνοντας στο σημείο μάλιστα να βάλει στους κόλπους του κόμματός του πρώην βουλευτές ακροδεξιών (Άδωνις Γεωργιάδης, Θανάσης Πλεύρης), ακόμα και χουντικών κομμάτων (Μάκης Βορίδης). Μέσα στην κρίση αυτή η τακτική έδειχνε να αποδίδει καρπούς, με το φανατισμό να συντηρεί το κόμμα σε κυβερνητική τροχιά, όμως αυτή τη στιγμή έχει αρχίσει επίσης να δημιουργεί πρόβλημα, καθώς οι ορκισμένοι εχθροί του έχουν αρχίσει να πληθαίνουν με γεωμετρική πρόοδο. Σίγουρα θα υπάρξουν αλλαγές μετά την ηχηρή ήττα της 25ης Γενάρη που είναι πολύ πιθανό να σημαδευτούν και από αλλαγές προσώπων, ίσως ακόμα και στην κεφαλή του κόμματος, με τη λύση από την “πανάρχαια” οικογένεια Βενιζέλων-Μητσοτάκηδων να φαίνεται πολύ λογική.

Η Νέα Δημοκρατία ιστορικά θα μπαλατζάρει πάντα ανάμεσα στο μοντέρνο προφίλ του κεντροδεξιού κόμματος και στην παράδοση της σκληρής, απολυταρχικής δεξιάς των χρόνων από τον Εμφύλιο μέχρι τη Δικτατορία. Ακριβώς δηλαδή όπως μπαλάντζαρε και ο ιδρυτής της, ο οποίος έτυχε να εξανθρωπιστεί (όπως έλεγε και ο Ραφαηλίδης) κατά το πέρασμά του από το Παρίσι, στην περίοδο της εφταετίας, και να δημιουργήσει κάτι καινούριο στο πολιτικό σκηνικό της χώρας σε σχέση με το κράτος ταγματασφαλιτών του Λαϊκού Κόμματος, του Συναγερμού και της ΕΡΕ.

Η ιδεολογία της χωράει προφανώς μέσα ένα σορό πράγματα. Αυτά που στις επίσημες γραμμές της προβάλει και αυτό που αποτελεί την ουσία της πολιτικής της δεν είναι τίποτα διαφορετικό από τη γραμμή των δεξιών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη και όλο τον κόσμο. Ακολουθεί τη σκέψη των φιλελεύθερων της οικονομίας, μιας σχολής που οι βασικές της αρχές χάνονται στους αιώνες, βρίσκοντας τα πρώτα δείγματα ανάπτυξής της στα πρώτα βήματα του καπιταλισμού που πάλευε να υπερισχύσει των φεουδαρχικών συστημάτων στη μετα-μεσαιωνική Ευρώπη. Ωστόσο, αυτή η ιδεολογία, ειδικά μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν και τα περιθώρια για “υγιή καπιταλιστικό ανταγωνισμό” είχαν πλέον σχεδόν εξαφανιστεί, με το πλήρες μοίρασμα των αγορών παγκοσμίως, μπαίνει και βγαίνει συνεχώς από το συρτάρι, εναλασσόμενη με τη σοσιαλδημοκρατική θεωρία, που έμεινε και γνωστή υπό το όνομα του “Κεϋνσιανισμού”, ανάλογα με τις ανάγκες.

Αυτό δε σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει πάρει “κεϋνσιανά” μέτρα στην ιστορία της. Επειδή πολλές φορές οι ανάγκες που επιβάλλονται από τις εξελίξεις προκύπτουν πιο γρήγορα από την αλλαγή κυβερνήσεων, έχει αναγκαστεί, όπως αντίστοιχα όλα τα φιλελεύθερα ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του κόσμου, να προχωρήσει σε πολιτικές που αποδεικνύουν ότι τα σύνορα που χωρίζουν αυτές τις δύο σχολές της οικονομίας δεν αποτελούν σινικά τείχη.

Ωστόσο, όσο αφορά την προπαγάνδα της, τα χαρακτηριστικά αυτά της ιδεολογίας της αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος από αυτά που προσπαθεί να εκφράσει, ίσως γιατί αν έλεγε μόνο αυτά να μη μπορούσε να πετύχει ούτε την είσοδό της στη Βουλή. Σκεφτείτε το παράδειγμα του Τζήμερου που έκανε αυτό ακριβώς το πράγμα, δεν πήρε πάνω από 1%. Έτσι, προκειμένου να συλλέξει όσο το δυνατό μεγαλύτερα κομμάτια του ελληνικού πληθυσμού, χρησιμοποιεί κι άλλα ιδεολογικά-προπαγανδιστικά όπλα.

Ένα από αυτά είναι σίγουρα η ακροδεξιά ρητορική, κυρίως όταν απαιτείται συσπείρωση απέναντι στο ενδεχόμενο ξεδίπλωσης της πολιτικής αριστερών (πραγματικά αριστερών) δυνάμεων με καλές προϋποθέσεις. Για να το κάνουμε πιο λιανά, τέτοιες είναι οι περιπτώσεις που λαμβάνονται σκληρά και άδικα μέτρα, που οργανώνονται αγώνες, που ανεβαίνει η ικανότητα πειθούς των δυνάμεων που οργανώνουν το λαό απέναντι στην κρατική εξουσία. Άρα είναι πολύ εύκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί ο Αντώνης Σαμαράς και τα στοιχεία που έφερε στη Νέα Δημοκρατία ήταν η απαραίτητη αλλαγή το 2009, όταν η Ελλάδα εισερχόταν για τα καλά στο χορό της κρίσης.

Φυσικά, όπως κάθε δεξιό κόμμα που σέβεται τον εαυτό του, γνωρίζει πολύ καλά ότι μια μεγάλη, ίσως η μεγαλύτερη δεξαμενή ψηφοφόρων και υποστηρικτών είναι οι θρησκευόμενοι. Οι σχέσεις της με τη θρησκευτική ηγεσία, που στην Ελλάδα τυχαίνει να είναι και κρατικός φορέας, είναι κάτι παραπάνω από άριστες και φυσικά εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της δύναμής της, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι η ευκολία να πειστεί ο πιστός “από άμβωνος” είναι κάτι περισσότερο εύκολο από το να φτιάξει ένα παζλ 10 κομματιών ένας πυρηνικός επιστήμονας.

Έτσι, φιλελεύθεροι κατά συνείδηση, φιλελεύθεροι κατά ταξική συνείδηση, παραδοσιακοί δεξιοί και παλαιοί με νέους φασίστες, νοσταλγοί της Χούντας αλλά και του παρακράτους πριν απ’ αυτήν, μέχρι και “γιαγιάδες” που βλέπουν σε οτιδήποτε προοδευτικό τη μορφή του βελζεβούλη συνθέτουν τους υποστηρικτές αυτής της παράταξης που είναι λογικό ακόμα και σε πολύ δύσκολες συνθήκες να αποτελεί τον έναν πόλο. Είναι σίγουρο ότι όποιες διεργασίες κι αν υπάρξουν στην ελληνική κοινωνία, όσο κι αν αλλάξουν τα πράγματα και σχηματισμοί κερδίσουν ή χάσουν δύναμη, όταν υπάρξει η μεγάλη ταξική σύγκρουση η εργατική τάξη θα έχει απέναντί της τη Νέα Δημοκρατία, αν όχι την ίδια, τότε σίγουρα το συνονθύλευμα που εκφράζει, έχοντας μαζί του και κάποια στοιχεία που σήμερα δε βρίσκονται στους κόλπους της αλλά σίγουρα είναι άκρως αντιδραστικά.

Στις συγκεκριμένες εκλογές αντί να τονίσει τα χαρακτηριστικά της ως φιλελεύθερο κόμμα, γνωρίζοντας ότι σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού πλέον ηχούν σαν παραφωνία οι ιδέες για “laisser faire, laisser passer” επέλεξε να τονίσει τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της, που αποτελούν σταθερή αξία συσπείρωσης. Όμως αυτό που έβαλε ακόμα πιο μπροστά για να συσπειρώσει κόσμο ήταν αυτό που έχουν καταλάβει όλοι, το φόβο και την τρομοκρατία για το άγνωστο αύριο, καθώς είχε την τύχη ή ατυχία να αναμετράται στην κούρσα για την κυβερνητική εξουσία με ένα κόμμα που ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί εκεί. Τελικά φαίνεται ότι ούτε αυτό ήταν αρκετό, όμως όπως γίνεται κατανοητό από όλα τα προηγούμενα, η συγκεκριμένη παράταξη περικλείει χαρακτηριστικά που δεν πρόκειται ούτε μπορούν να εξαφανιστούν από την ελληνική καπιταλιστική κοινωνία κι έτσι είναι σίγουρο ότι με ένα ρετουσάρισμα (απαραίτητο) θα ξαναβρεί το δρόμο της, σε αντίθεση με αντιπάλους της από το παρελθόν που δεν είχαν την ίδια τύχη, λόγω κυρίως της διαφορετικής σύνθεσης των μαζών που τις υποστήριζαν.

ΠΑΣΟΚ

Εδώ θα μπορούσε η παράγραφος να ξεκινάει με τις λέξεις “ήτανε μια φορά”, ή ακόμα και να μη συνεχίζεται με αναφορά στο συγκεκριμένο κόμμα ως δεύτερο πριν τις εκλογές του 2015. Όμως γίνεται ένα πολύ σημαντικό λάθος. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία ακόμα δεν έχει απεμπολήσει τον τίτλο του ΠΑΣΟΚ, ίσως είναι οι τελευταίες στιγμές που μπορούμε και λέμε κάτι τέτοιο, καθώς η νέα σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ίσως, ίσως επαναλαμβάνω, καταφέρει να αλλάξει αυτή την ταμπέλα, όμως όσο μιλάμε για αυτό τον πολύ σοβαρό πόλο στην πολιτική σκηνή παγκοσμίως στην Ελλάδα ακόμα αναφερόμαστε στο ΠΑΣΟΚ, ναι, το κόμμα που ίδρυσε (με τις περίφημες “αρχές”) στις 3 Σεπτέμβρη του 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Η σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα, που είναι περισσότερο γνωστή ως “κέντρο”, σε αντίθεση με άλλες χώρες που προσδιορίζεται και ως “αριστερά”, απέκτησε τα χαρακτηριστικά της κυρίως μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν εκείνη η εποχή που πρώην αντικομμουνιστές ηγέτες, που πρωτοστάτησαν σε σφαγές ΕΑΜιτών αλλά και άλλων αγωνιστών, όπως οι Γεώργιος Παπανδρέου και Νικόλαος Πλαστήρας, μην έχοντας τα μεγάλα εθνικά θέματα του μεσοπολέμου να διαχειριστούν, επέλεξαν μια γραμμή που έγινε σοσιαλδημοκρατική κυρίως μέσω της σύγκρουσης με τα συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο θεσμός της Μοναρχίας την περίοδο από τον εμφύλιο μέχρι τη δικτατορία (που πρέπει να βρούμε ένα όνομα για να τη λέμε με μια λέξη, γιατί 8 είναι πολλές).

Έτσι, παρά το γεγονός ότι σε ότι αφορά βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η πολιτική εκπροσώπηση όλων των πολιτών, δεν έκαναν καμιά χάρη, κρατώντας το ΚΚΕ στην παρανομία, εκτελώντας Μπελογιάννηδες, αλλά και συντηρώντας τα νησιά της εξορίας, χρησιμοποίησαν την αντι-δεξιά ρητορεία για να υπερασπιστούν ένα κομμάτι “φιλήσυχου” κόσμου, που ναι μεν δεν ήθελε να κουνηθεί από τη θέση του για την παραμικρή κοινωνική αλλαγή, αλλά ασφικτυούσε και κάτω από τη μπότα των ταγματασφαλιτών, των χαφιέδων της γειτονιάς, του παρακράτους και άλλων τέτοιων λαμπρών θεσμών της ιστορίας της πατρίδας μας.

Φερόμενος ως πολύ αριστερός για τα γούστα εκείνου του “παλιού κέντρου” ο Αντρέας Παπανδρέου έφερε ένα πολύ πιο ανανεωμένο σχέδιο στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (να, μια λέξη μόνο για 40 χρόνια) με αποτέλεσμα να μπορέσει πολύ εύκολα να συγκεντρώσει πολύ περισσότερο κόσμο από αυτόν που θα μπορούσε η “Ένωση Κέντρου” να συσπειρώσει χωρίς Παλάτι και Ταγματασφαλήτες (ναι με η) απέναντι. Δεν ξέρω αν αυτό σας θυμίζει κάτι, αλλά ο Παπανδρέου ήταν και τυχερός εκείνη την περίοδο, διότι του έλαχε η “Αλλαγή” σε μια χρονική στιγμή που η καθυστερημένη Ελλάδα χρειαζόταν ένα γερό λίφτινγκ με παράλληλη άνοδο του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, που ζούσε σε μεγάλο μέρος της επικράτειας χωρίς τα στοιχειώδη (ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε φτάσει παντού).

Ο αποκαλούμενος ακόμα και “τροτσκιστής” Αντρέας, μαζί με την αλλαγή του βιοτικού επιπέδου, για την οποία τα μισά νοικοκυριά ίσως ακόμα του έχουν εικόνισμα, κανόνισε να κάνει και μια μεγάλη “αλλαγή” στο ελληνικό κράτος, κάνοντας το ΠΑΣΟΚ, από κόμμα, θεσμό. Όλες οι κρατικές υπηρεσίες έγιναν εν ολίγοις Τοπικές του ΠΑΣΟΚ και μέχρι τις μέρες μας οι λέξεις Δημόσιος και Υπάλληλος φέρνουν, σε ένα βαθμό δικαιολογημένα, την εικόνα του πράσινου κομματικού βιβλιαρίου στο μυαλό μας.

Πέρα από αυτή την αλλαγή, που του παρέδωσε μεγάλο αριθμό πιστών ακολούθων, όμως, το ΠΑΣΟΚ, εποφελούμενο της “αριστερής προβιάς” του, έκανε ακόμα ένα πολύ σημαντικό βήμα. Έβαλε τα χέρια του και τα τσουτσέκια του (για να μιλάμε καθαρά) πολύ βαθιά μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συνετέλεσε ώστε ο συνδικαλισμός να γίνει από έννοια τιμής, έννοια ντροπής στο μυαλό εκατομμυρίων Ελλήνων και σίγουρα αυτό ήταν μια πολύ καλή γραμμή άμυνας για τις περιόδους που θα ερχόντουσαν τα δύσκολα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για περίπου 20 χρόνια, με εξαίρεση την τριετία του Μητσοτάκη, στην Ελλάδα δεν είχε προκηρυχθεί ούτε μία Γενική Απεργία. Το να καταφέρεις να κατευνάσεις προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων, της ΕΟΚ (παλαιάς ΕΕ) και του ΝΑΤΟ έναν λαό που μόλις είχε υποδεχτεί τους συγγενείς από τα ξερονήσια δεν ήταν μικρό πράγμα. Όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμα και να ενοχοποιήσεις στη συνείδησή τους κάθε έννοια κοινωνικού αγώνα. Εδώ μιλάμε για πραγματικό πολιτικό μεγαλούργημα.

Ακόμα κι όταν η (καταπράσινη ακόμα και σήμερα) ΓΣΕΕ κήρυξε Γενική Απεργία απέναντι στο Νόμο Γιαννίτση, για το Ασφαλιστικό, το 2001, όλα ήταν τόσο καλά φτιαγμένα που οι εργαζόμενοι φρέθηκαν στους δρόμους να διαδηλώνουν απέναντι στην Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με συνθήματα του …ΠΑΣΟΚ. Σίγουρα αν ζούσε ακόμα ο Ανδρέας δε θα είχαν κατέβει καν στους δρόμους, δίνοντας ξανά πνοή στην ξεχασμένη δεξιά, που δε μπορούσε να ακολουθήσει το δικό του βηματισμό.

Το μεγάλωμα του Κράτους και των Δημόσιων Υπηρεσιών ήταν το κεϋνσιανό πρόγραμμα που χρειαζόταν η Ελλάδα για να φτιάξει υποδομές από τις οποίες αργότερα μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι θα μπορούσαν να επωφεληθούν. Όπως γνωρίζουν όλοι, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και αυτά χρειάστηκε να πουληθούν, όλα έγιναν με τον πιο εύκολο τρόπο. Αφού πρώτα είχαν υποβαθμιστεί, οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ (και της ΝΔ) έφευγαν πρώτοι πρώτοι με πρόωρες συντάξεις από τους ΟΤΕδες για να ανοίξει ο δρόμος στην επιχειρηματική δραστηριότητα σε επιχειρήσεις που είχαν φτιαχτεί με χρήματα του ελληνικού λαού. Αυτό είναι το ΠΑΣΟΚ! Τέτοιο έργο δεν πρόσφερε κανείς, μιλάμε για ιστορικό κεφάλαιο, μάλλον μελανό, αλλά σίγουρα μεγάλο κεφάλαιο.

Η εκσυγχρονιστική στροφή του Σημίτη ουσιαστικά σήμαινε την ανάγκη να αρχίσει να αποδίδει καρπούς το 15ετές λίφτινγκ του Παπανδρέου που αποχώρησε από την πολιτική και τα εγκόσμια, όσο μακάβριο κι αν ακούγεται, την κατάλληλη στιγμή. Η είσοδος της Ελλάδος στην Ενοποιημένη Ευρωπαϊκή Οικονομία, που ουσιαστικά ξεκίνησε με την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ και οι πολιτικές που αντιστοιχούσαν στα βήματα της ΕΕ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 σήμαναν την αρχή της ραγδαίας χειροτέρευσης του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, ενώ μαζί σήμαναν και την πτώση της δημοτικότητας του κραταιού ΠΑΣΟΚ, που το 2004 είδε μετά από πολλά χρόνια να απομακρύνεται ο πρωθυπουργικός θώκος.

Η διετία του 2009-2011, η αποτυχία του Γιώργου Παπανδρέου να παραμείνει μεγαλύτερο διάστημα στην πρωθυπουργία ήταν απαραίτητη ώστε να αμβλύνει τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού μπροστά στα πολύ επώδυνα μέτρα την περίοδο της κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ, ακόμα κι αν αυτό ήταν η ληξιαρχική πράξη θανάτου του, είχε ακόμα να προσφέρει στην αποκοίμηση του ελληνικού λαού και σίγουρα η στάση των αμοιβόμενων με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ετησίως συνδικαλιστών του βοήθησε στο να μην υπάρχει η απαραίτητη ετοιμότητα από το λαϊκό κίνημα. Επίσης, για μια ακόμα φορά, πριν φύγει, μπόλιασε μεγάλες μάζες με συνθήματα ΠΑΣΟΚ, με τους εργάτες να μη στρέφονται απέναντι σε όσους κέρδιζαν στην κρίση, αλλά απέναντι στις Αγορές και άλλες κυβερνήσεις που “πίεζαν” την ελληνική κυβέρνηση.

Το τέλος του ΠΑΣΟΚ ήρθε με τη συμμετοχή του μικρού πολιτικού μεγέθους του Βενιζέλου στην Κυβέρνηση Σαμαρά και πλέον βρίσκονται στις τάξεις του μόνο όσοι του έχουν πολύ μεγάλη υποχρέωση και δε μπορούν να παν αλλού. Ωστόσο, όσο αφορά την ιστορία των Παπανδρέου, που αποτελούν μία από τις τρεις μεγάλες ελληνικές πολιτικές οικογένειες, είναι ακόμα πολύ νωρίς για να πούμε ότι διαβάσαμε το τελευταίο της κεφάλαιο.

Στις φετινές εκλογές κατεβαίνει ουσιαστικά χωρίς κάποια ιδιαίτερη πολιτική ατζέντα, καθώς έχει χρεωκοπήσει εντελώς ως σχηματισμός, με τα όσα εξέφραζε και τον κόσμο που τα εξέφραζε και τα εκφράζει να έχουν μεταγγιστεί πλέον με τον πιο ξεκάθαρο, θα μπορούσε κανείς να πει και ξεδιάντροπο τρόπο, σε άλλον κομματικό μηχανισμό.

ΣΥΡΙΖΑ

Το ΠΑΣΟΚ είν’ εδώ, ενωμένο δυνατό. Ναι, είναι και ενωμένο και δυνατό και είναι εδώ, στο ΣΥΡΙΖΑ, που σε λίγες μέρες αναλαμβάνει κυβερνητικά καθήκοντα. Αυτό που συνέβη με το συγκεκριμένο κόμμα αποδεικνύει πόσο εύκολα μπορούν να χειραγωγηθούν μάζες που έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο πολιτικής συνειδητοποίησης αλλά ακόμα και γνώσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε πολύ λίγα χρόνια κατάφερε όχι μόνο να πάρει στους κόλπους του όλο τον πανίσχυρο μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεχόμενος να παίξει το ρόλο αυτό γιατί η εξουσία είναι γλυκιά, αλλά και να ενσωματώσει ολόκληρη την πολιτική του, επαναλαμβάνοντας μάλιστα σε χυδαίο βαθμό το “αριστερό παραμύθι” με εκατομμύρια ανθρώπων να τον ακολουθούν. Μάλιστα, σ’αυτή την περίπτωση, ακόμα και το προσωνύμιο του “Κομμουνιστή” προσδίδεται σε όποιον βρίσκεται στις δυνάμεις του. Έτσι, μπορεί πολύ εύκολα κάποιος να καταλάβει ότι αν ο όρος του συνδικαλισμού έγινε σμπαράλια με την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ, το άρμα του αντικομμουνισμού πλέον έχει ένα πολύ σοβαρό ρόλο στα χέρια του. Πώς φτάσαμε όμως στη σημερινή κατάσταση μ’αυτό το κόμμα;

Στο χώρο της Αριστεράς, που περιλαμβάνει κατά γενική ομολογία πιο μορφωμένους ανθρώπους, όχι με τη στενή έννοια των ακαδημαϊκών σπουδών, αλλά με την έννοια των ανθρώπων που έχουν διαβάσει περισσότερο, έχουν αναζητήσει περισσότερο την ιδεολογία τους, έχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ τους και αποτελούν πολιτικές προσωπικότητες με την πλήρη έννοια και των δύο λέξεων, υπήρχαν πολλές, πάρα πολλές διαφωνίες και διχασμοί. Μόνο τα πρόβατα άλλωστε μένουν πάντα μονιασμένα στο μαντρί και σίγουρα αυτός ο χώρος δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως …ποίμνιο.

Πάντοτε, από τα μέσα του 19ου αιώνα που έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα το εργατικό επαναστατικό κίνημα, υπήρχαν εκείνοι που ήθελαν να κάνουν την απαραίτητη υποχώρηση, πιστεύοντας στην ουτοπία ότι η θέση μαζί με τους λύκους είναι αυτή που θα δώσει τη δυνατότητα στο κοπάδι να βγει από το μαντρί. Επίσης η γλύκα της εξουσίας ήταν ικανή να οδηγήσει αρκετούς και μεμονωμένα σε τέτοιου είδους ολισθήσεις.

Στην Ελλάδα τέτοιου είδους “μετριοπαθείς” αριστεροί υπήρχαν από την περίοδο της ΕΑΜικής αντίστασης και του Εμφυλίου και πάντα προσέφεραν άριστες υπηρεσίες μπερδέματος των καταστάσεων με τη λογική ενός ιδιότυπου “μινιμαλισμού” στην ταξική πάλη. Ωστόσο, κάνοντας το ηθελημένο ατόπημα να προσπεράσουμε την περίοδο της ΕΔΑ, όπου γινόταν ένας κακός χαμός με το ΚΚΕ στην παρανομία και το μισό ελληνικό πληθυσμό υπό δίωξη, φτάνουμε στο μεγάλο ξεκαθάρισμα της 12ης Ολομέλειας του ΚΚΕ, το 1968.

Τότε ήταν που έγινε ο κακός χαμός ανάμεσα στις φράξιες του ΚΚΕ και οι ευρωκομμουνιστές, κάτι τύποι που ακολουθούσαν αυτό που λεγόταν Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ιταλία εκείνη την εποχή (τόσο αντιδραστικό που ο Μπερτολούτσι ονόμασε Μπερλινγκέρι τον τσιφλικά της ταινίας “1900”, προς τιμή του ιστορικού ευρωκομμουνιστή Μπερλινγκουέρ), έκαναν το ΚΚΕ Εσωτερικού, θέλοντας να πουν ότι τραβούν το δικό τους δρόμο, όντας ένα ελληνικό αριστερό κόμμα, σε αντίθεση με το “σοβιετοκινούμενο” ΚΚΕ, αυτό που γνωρίζουμε όλοι.

Το ΚΚΕ Εσωτερικού στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης είχε ποσοστά που έχει σήμερα η Ανταρσύα (με υ) και η δύναμή του στηριζόταν κυρίως στο “Ρήγα Φεραίο”, την οργάνωση νεολαίας του. Αυτή τη στιγμή όσοι πέρασαν από εκείνο το χώρο μπορεί και να δακρύζουν, σίγουρα έχουν τους λόγους τους, αφού ακόμα κι εκείνο το καθαρά οποροτουνιστικό μόρφωμα (οπορτουνιστής σημαίνει καιροσκόπος για όσους έχουν πρόβλημα με τους λατινογενείς όρους, προέρχεται από τον καιροσκοπισμό του “μινιμαλισμού” που αναφέρεται πιο πάνω) ήταν πολύ πιο αγνό από αυτό που σήμερα εκφράζει ο χώρος στον οποίον έχουν βρεθεί, αν έχουν ακολουθήσει την ιστορική του συνέχεια.

Με ηγετική μορφή το Λεωνίδα Κύρκο, βρέθηκε σε ένα πολύ κακό χρονικό σημείο για ότι ονομάζουμε Αριστερά στην Ελλάδα, μαζί με το ΚΚΕ στο εγχείρημα της εκλογικής συνεργασίας του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Το ΚΚΕ βέβαια εκείνη την περίοδο ήταν ότι να ‘ναι και γι’ αυτό όταν έκανε το δεύτερο μεγάλο ξεκαθάρισμα, εκείνο του 1991, έδωσε αρκετά στελέχη στο στρατό εκείνων των “μίνιμαλ αριστερών” ώστε να φτιάξουν το Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου.

Εκείνος ο Συνασπισμός με το που δημιουργήθηκε, αφού πρώτα χόρεψε ένα πεντοζάλι πάνω στο πτώμα της Σοβιετικής Ένωσης (και όχι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – που έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε τότε), φρόντισε να κινηθεί έτσι ώστε να δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ψηφίζοντας την πρώτη συνθήκη υποτέλειας (τι ωραίες λέξεις που οι ίδιοι χρησιμοποιούν σήμερα) της Ελλάδος στην ΕΕ, τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Επειδή όπως αναφέρθηκε πριν όλα αυτά τα ανδραγαθήματα του αριστερού καπιταλισμού τα είχε αναλάβει εργολαβία το ΠΑΣΟΚ εκείνη την εποχή, ο Συνασπισμός έκανε μια εξωκοινοβουλευτική βόλτα, με το Λαλιώτη ωστόσο να ψάχνει να βρει πιθανότητες ακόμα και εξωκοινοβουλευτικής συνεργασίας, πριν επανέλθει στη Βουλή με πρόεδρο έναν πρώην ΠΑΣΟΚο, τον Νίκο Κωνσταντόπουλο.

Καθώς η γραμμή στήριξης (ή καλύτερα όχι και τόσο ανοιχτής αντίθεσης) της επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και κάτι άλλα γλυκανάλατα του δεξιού οπορτουνισμού (συγχωρήστε με, υπάρχει κι αυτός ο όρος) κινδύνευε να τον στείλει για μερικές ακόμα εξωκοινοβουλευτικές βόλτες, βρήκε το άλλοθι σε μια υπερεπαναστατική ρητορεία, που εκφραζόταν από το λεγόμενο Αριστερό Ρεύμα και τον Αλέκο Αλαβάνο. Με τον Αλαβάνο ο ΣΥΡΙΖΑ (πλέον, ως εκλογική συνεργασία του Συνασπισμού με άλλες κινήσεις) βρήκε την υγειά του. Άρχισε να κινείται λίγο στη νεολαία, με ανθρώπους που δεν είχαν περάσει από το “Ρήγα Φεραίο” να αποτελούν πλέον ψηφοφόρους του. Με ατάκες του στυλ “γενιά των 700 ευρώ”, “γενιά του Άρθρου 16” και “γενιά των bloggers” κατάφερε να παίζει μπάλα τουλάχιστον στην τηλεόραση, προσφέροντας κάτι διαφορετικό από το εντελώς democrat style ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου.

Εκείνη η υπεραριστερή ευφορία ετοίμασε το έδαφος για να γίνει ο Αλέξης Τσίπρας ο δεύτερος νεότερος ηγέτης κόμματος της Αριστεράς (τότε ήταν Αριστερά) στα 33 του χρόνια, αναλαμβάνοντας την προεδρία με τις ευχές του Αλαβάνου το Φλεβάρη του 2008. Η ιστορία με τα ανεβοκατεβάσματα στις δημοσκοπήσεις, τη διάσπαση της ΔΗΜΑΡ κλπ είναι λίγο πολύ πρόσφατη και γνωστή. Ότι έχει άλλωστε πικάντικο το θυμούνται όλοι. Ωστόσο αυτό που φαίνεται να είναι ξεχασμένο είναι η μετατροπή ΟΛΩΝ των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ από το 4ο συνέδριό του, που διεξήχθη το 2004.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα στα χρόνια της κρίσης, την οποία ξεκίνησε προσπαθώντας να περισυλλέξει ακόμα και τους κουκουλοφόρους, σε ένα πείραμα που παραλίγο να τον αφήσει εκτός βουλής το 2009, κατάφερε να “τρυπώσει” στο μεγάλο κενό που άφηνε πίσω της η άτακτη φυγή του ΠΑΣΟΚ από το πολιτικό προσκήνιο. Σ’αυτό βεβαίως βοήθησαν και οι δημοσκοπήσεις των καναλαρχών, που αφού πρώτα εξασφάλισαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα βγει Κυβέρνηση, προκειμένου να λέει ελεύθερα ότι θέλει για την ΕΕ, την Τρόικα κλπ. μέσα σε 15 μέρες, το 2012, τον είχαν φτάσει από το 5% στο 15% με αποτέλεσμα να κατατροπώσει ότι άλλο συμμετείχε με την ταμπέλα του αριστερού και στις δύο εκείνες εκλογικές αναμετρήσεις και να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση.

Παίρνοντας το “αντιμνημονιακό” χρίσμα από τη …Νέα Δημοκρατία (!) προσκαλούσε όσους είχαν ψηφίσει μνημόνια στη μεγάλη αγκαλιά του αρκεί να μην είχαν ψηφίσει το τελευταίο. Βεβαίως αυτές οι μεταγγίσεις που ήταν περιορισμένες σε αριθμό βουλευτών ξεπέρασαν κάθε φαντασία σε αριθμό …Τοπικών Οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ, σε σημείο που αρκούσε μια αλλαγή ταμπέλας για να οριστεί αυτή η αλλαγή.

Πλησιάζοντας προς τη μεγάλη στιγμή της εξουσίας ο ΣΥΡΙΖΑ πέταξε το παραμικρό επιχείρημα που θα μπορούσε να κάνει έναν σοβαρό καπιταλιστή να στεναχωρηθεί, κάνοντας όμως για ακόμα μια φορά το μεγάλο Παπαντρεϊκό ελιγμό. Κατάφερε, έστω για ένα μικρό διάστημα, θα δείξει η ιστορία για πόσο θα συνεχιστεί, να βάλει δίπλα στη σημαία του ΕΑΜ και του Δημοκρατικού Στρατού εκείνη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (όπως πολύ σωστά είπε ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ – και δεν είναι δική μου έμπνευση το συγκεκριμένο). Μιλάμε για πολιτικό μεγαλούργημα Νο 2, που ναι μεν οι συνθήκες τις κρίσης, με τον κόσμο να μη σκέφτεται σχεδόν τίποτα παρά μόνο αν υπάρχει λόγος να ελπίζει, ευνοούν, αλλά παραμένει ένα πολύ καλό πολιτικό κόλπο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα να ανεβάσει το επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού όπως έκανε ο Ανδρέας το ’80, αλλά έχει τη δυνατότητα να γράψει μια άλλη χρυσή σελίδα της σοσιαλδημοκρατικής ιστορίας στην Ελλάδα. Αν καταφέρει και αυτό το εγχείρημα τραβήξει σε χρόνο, ενσωματώνοντας πλήρως τους εκ του ΠΑΣΟΚ αφιχθέντες και δοθέντες μηχανισμούς, μαζί με τον κατευνασμό της λαϊκής οργής, επιβάλλοντας την απόλυτη σιωπή απέναντι στην αυξανόμενη ανέχεια, τότε θα μιλάμε για την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο ως τη χώρα που γέννησε τις μεγαλύτερες σοσιαλδημοκρατικές τακτικές. Θα διδάσκεται η ελληνική σοσιαλδημοκρατία στα Πανεπιστήμια όλου του κόσμου, και όχι μόνο στα Think Tank (βλ. Brookings) που παρέλαυνε ο Τσίπρας για να πείσει ότι δεν είναι κακός για τους καπιταλιστές.

Όπως καταλαβαίνει κανείς, ο κόσμος που συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ, που μαζί με τη Νέα Δημοκρατία είναι το δεύτερο πολυσυλλεκτικό κόμμα, είναι μία απ’ όλα. Από συνειδητούς καπιταλιστές, που εκπροσωπούν μια μερίδα συμφερόντων που τη συμφέρει η πολιτική οικονομικής “χαλάρωσης” σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, μέχρι ανθρώπους που πιστεύουν ότι ξαναέγινε υπουργός ο Τσοβόλας, από εθνικιστές που δεν είναι τόσο ναζί για να ψηφίζουν πληρωμένους δολοφόνους, μέχρι φιλήσυχους Δημόσιους Υπαλλήλους που έμαθαν επί ΠΑΣΟΚ να μη μιλάνε αλλά δεν αντέχουν άλλο τον οικονομικό στραγγαλισμό, από ανθρώπους που χρωστάνε τα πάντα και παντού και έχουν ανάγκη μόνο να κοιμούνται με μια ελπίδα στον ύπνο τους για να μην αυτοκτονήσουν, μέχρι …βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που βρήκαν έναν καλό τρόπο να ανανεώσουν τα ένσημά τους στα έδρανα των εθνοπατέρων.

Αυτά τα χαρακτηριστικά σίγουρα σε κάνουν κυβέρνηση το 2015. Εδώ πρέπει να παραδεχτώ ότι έπεσα έξω στην προ μηνός πρόβλεψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα δεν ήρθε η ώρα να κυβερνήσει. Θεωρούσα ότι το σύστημα μπορεί ακόμα να διαχειριστεί την κατάσταση με ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν υπολόγισα πόσο εύκολα ξεκαθαρίζουν τα θέματα “σκίζω-δεν σκίζω μνημόνια”, είμαι με την ΕΕ, είμαι με το ΝΑΤΟ κλπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να βγει Κυβέρνηση και πλέον ο ελληνικός λαός το μόνο που έχει να κάνει είναι να ανοίξει τα βιβλία της γερμανικής ιστορίας και να δει τι έγινε με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Γιατί το φίδι έχει βγει, ή μάλλον το έχουν βγάλει, για τα καλά από το αυγό του.

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Πολλοί μπορεί να τη θεωρούν φαινόμενο της κρίσης, αλλά όπως και η κρίση είναι φαινόμενο του καπιταλισμού. Η ιδεολογία της έχει απασχολήσει την ανθρωπότητα με τρόπο φριχτό από την περίοδο που ακολούθησε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και δυστυχώς η εποχή, όπως και η κρίση, έχει πολλές ομοιότητες με εκείνη.

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είναι αλήθεια ότι οι “περήφανοι φασίστες” βρέθηκαν μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα. Μετά την εφταετία δε μπορούσαν να ξεμυτίσουν πουθενά, με αποτέλεσμα αργότερα να μιλούν όπου βρεθούν για “ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς”. Μπορούσαν όμως να βρίσκονται στα κελάρια των σπιτιών τους, να συζητούν την ιδεολογία της φυλής και του έθνους, ενώ το ρατσιστικό μίσος και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους έβρισκαν χώρο στην πολιτική των κραταιών κομμάτων, με τη Νέα Δημοκρατία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, να αποτελεί κύριο χώρο φιλοξενίας τέτοιων στοιχείων.

Ωστόσο, η μοντερνοποίηση του ελληνικού δεξιού κόμματος, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, που έδιωξε από τις τάξεις του ακροδεξιούς θήλακες, ευνόησε την έκφρασή τους μέσα από νέους σχηματισμούς (λέγε με ΛΑΟΣ) όπου και η συγκεκριμένη οργάνωση, της Χρυσής Αυγής, συμμετείχε (πρώτη φορά με υποψήφιους στις τοπικές εκλογές του 2002). Έτσι κάποιοι από αυτούς που το 2012-2014 έγιναν υπουργοί διεκδικούσαν παρέα με τους νεοναζί την ψήφο και τη συνείδηση του ελληνικού λαού στα χρόνια του “ελληνικού θαύματος” του EURO και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ωστόσο, οι φασίστες έκαναν ανενόχλητοι εκείνα τα όχι μακρινά χρόνια τη δουλειά τους σε μικρές ηλικίες, με πολλούς συνομίλικους των σημερινών 30+ και 30- να έχουν περάσει από τις τάξεις της. Όταν ήμασταν στο Γυμνάσιο μπορεί να σκεφτόμασταν (όσοι μπαίναμε στον κόπο να σκεφτούμε) τι κόμμα θα στηρίζουν αυτοί όταν μεγαλώσουν, αλλά σίγουρα για όλους ήταν αρκετά δύσκολο να δώσουμε την απάντηση: μα Χρυσή Αυγή φυσικά!

Γι’ αυτό φρόντισε και πάλι το τραστ των καναλαρχών, που στις πολύ κρίσιμες και αλλόκοτες εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, αφού πρώτα τους είχε δώσει ολόκληρες πλατείες γεμάτες με αγανακτισμένους για να κάνουν την παρέμβασή τους, τους ανέβαζε σιγά σιγά στις δημοσκοπήσεις. Τελικά το έργο πέτυχε και οι φασίστες βγήκαν από τις τρύπες τους και φυσικά, με την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο στρατόπεδο της “δεξιάς παράταξης” δεν πρόκειται γρήγορα να τους δούμε να φοράνε και πάλι τη νεοδημοκρατική ή άλλου κόμματος μάσκα τους.

Η αλήθεια είναι πάντως ότι το έδαφος προετοιμάστηκε πολύ καλά, όχι από τους ίδιους τους χρυσαυγίτες, αλλά από άλλους, με πολλά εύσημα να αποδίδονται σε ένα βιβλιοπώλη που αν και δεν εντάχτηκε ποτέ σ’αυτό το χώρο, φρόντισε να απενεχοποιήσει στη συνείδηση πολλών Ελλήνων τη φασιστική ιδεολογία τους. Το όνομά του; Άδωνις Γεωργιάδης. Δεν ήταν ο μόνος, αλλά αυτόν πρέπει να τον θυμόμαστε γιατί έπαιξε εξέχοντα ρόλο, πριν γίνει “σοβαρός δεξιός” για να εκφράζει “φιλελεύθερες” ή “νεοφιλελεύθερες” απόψεις.

Σε μια εποχή που η κυβέρνηση μπορεί να έχει δυσκολία να στείλει τα ΜΑΤ για να ματώνουν όποιον σηκώνει κεφάλι, οι χρυσαυγίτες, με τους ύμνους τους στο Γ’ Ράιχ, μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι χρήσιμοι ηλίθιοι για να ξεμπλέξουν οι εφοπλιστές και κάθε λογής επιχειρηματίες φίλοι τους με τις ενοχλητικές φωνές των “απολιθωμένων”.

Στην ουσία της ιδεολογίας τους, προφανώς δε στηρίζουν κάτι διαφορετικό από αυτό που έτσι κι αλλιώς συμβαίνει αυτή τη στιγμή, απλά με τις άναρθρες κραυγές τους προς την ίδια κατεύθυνση βοηθούν να βαθύνει ακόμα περισσότερο, να επιταχυνθεί αυτή η πορεία με ολίγη δόση φόβου απ’ όποιον πολύ πιο εύκολα τα προηγούμενα χρόνια θα μπορούσε να σηκώσει κεφάλι.

Επίσης, βοηθούν στο να αποκοπεί ένα μεγάλο κομμάτι αμόρφωτων μαζών από την προοπτική να συνταχτούν με τα πραγματικά τους συμφέροντα, καθώς βρίσκουν εκεί μια καλή εύκολη λύση, κάτω από συνθήματα που δε χρειάζεται να κουραστούν για να καταλάβουν, του τύπου “να ξεβρωμίσει ο τόπος”, “οι κλέφτες στη φυλακή” κλπ.

Όπως φυσικά γίνεται κατανοητό τα ποσοστά τους σε άτομα με ένα συγκεκριμένο μορφωτικό επίπεδο είναι σχεδόν μηδενικά, όμως αυτό δεν αποτελεί καθόλου πρόβλημα καθώς απευθύνονται σε έναν λαό που βλέπει την καλλιέργειά του να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, μαζί με το εισόδημά του, δηλαδή σε αντίθετη πορεία με την οργή του, συνθέτοντας ένα καταπληκτικό μίγμα για να μακροημερεύει αυτή η εγκληματική συμμορία που δεν έχει διστάσει να σκοτώσει, μιας και ασχέτως των πράξεών της, η νομική της αντιμετώπιση στα μάτια των αμόρφωτων οπαδών της την κάνει να μοιάζει ακόμα πιο ηρωική.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Για φασίστες μιλούσαμε, καταστολή δημοκρατικών ελευθεριών και χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ε λοιπόν, πλέον βρέθηκε ο τρόπος να μιλάμε για φασισμό, καταστολή δημοκρατικών ελευθεριών, πλήρη απολιτίκ λόγο, απουσία και των στοιχειωδών προτάσεων με την ταυτόχρονη προσέλκυση γραμματιζούμενων μαζών. Λέω γραμματιζούμενων γιατί ένας άνθρωπος ο οποίος είναι μορφωμένος και τουλάχιστον φροντίζει να ενημερώνεται και να “κρατάει αρχείο” λίγο δύσκολα θα έμπλεκε με ένα σχηματισμό που λέει ότι το σχέδιό του θα το αποκαλύψει στις 26 Γενάρη διεκδικώντας την ψήφο στις 25!

Κατ’ αρχήν ο τρόπος που εμφανίστηκε αυτό το κόμμα, κυριολεκτικά από του πουθενά, χωρίς θέσεις αλλά με ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, δείχνει και το επίπεδο σκέψης του ελληνικού λαού. Θέλει από κάτι εύκολο να πιαστεί, από κάτι που θα έχει τη συνείδησή του καθαρή, κάνοντας έναν εξωτερικό παρατηρητή να απορεί αν όλοι αυτοί καταλαβαίνουν ότι η πολιτική έχει άμεση σύνδεση με τη ζωή τους.

Στην Ελλάδα από χρόνια υπήρχε η κουβέντα και ο προβληματισμός για ένα κόμμα επιχειρηματιών, ωστόσο η κακή φήμη που έχει την περίοδο της κρίσης εκείνη η κάστα που πλουτίζει όταν 6 στους 10 Έλληνες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχιας δεν επέτρεπε τέτοια κόλπα. Έτσι, οι επιχειρηματίες πήραν ένα δικό τους παιδί, μερικούς ακόμα “οραματιστές” που αυτοπροσδιορίζονται ως “χίπστερς” (χίπστερ σημαίνει χίπις χωρίς woodstock) νεολαίους και μη, που δε λένε απολύτως τίποτα γιατί ακριβώς χρειάζονται ένα μικρό κομμάτι απολύτως ελεγχόμενο από τους ίδιους μέσα στο κοινοβούλιο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το Ποτάμι (άκου όνομα) βάζει απέναντι και τους δύο διεκδικητές της κυβέρνησης, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, έχει ταυτόχρονα δηλώσει ότι θα συνεργαστεί και με τους δύο για κυβερνητική συνεργασία, χωρίς να ξεκαθαρίσει από πριν τους όρους και ανάλογα με το ποσοστό που θα λάβει. Πόσο πιο καθαρά να πουν οι άνθρωποι ότι είναι απλά ένα κόμμα συμφερόντων που περιμένει να δει τι δύναμη θα έχει για να αρχίσει να κάνει “προσφορές που δε μπορούν να αρνηθούν”.

Στην “εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης” που προτείνουν προφανώς δε θα είναι ο Μήτσος απ’ το Παγκράτι και η Κούλα από το Πέραμα, αλλά ακριβώς εκείνα τα στελέχη που μπορούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της συγκεκριμένης ομάδας καπιταλιστών, που βλέποντας ότι χάνουν έδαφος με την απομάκρυνση του παραδοσιακού τους χώρου από την κυβέρνηση, θέλουν διά της πλαγείας να μην αφήσουν άλλα συμφέροντα να δρουν μόνα τους, μέσω ενός αυτοδύναμου ΣΥΡΙΖΑ στη νέα κυβέρνηση.

Η δυναμική του συγκεκριμένου σχηματισμού στηρίζεται κυρίως σε ανθρώπους που θέλουν κάπου να χωρέσουν και δε χωράν πουθενά, που θέλουν κάτι να πουν και δεν έχουν να πουν τίποτα. Είναι πραγματικά ένα πείραμα, που αν πετύχει (και απ’ όσο φαίνεται δείχνει να πετυχαίνει) θα αφήσει στίγμα. Βέβαια, αντίστοιχα εγχειρήματα, συνήθως με “οικολογική” μάσκα έχουν εμφανιστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και αν σε προηγούμενες περιόδους κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε και στην Ελλάδα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας ήταν αυτά που ίσως οδήγησαν στην αποτυχία του και την έμπνευση του Ποταμιού.

Βεβαίως, αυτά που ήδη έχει ξεκαθαρίσει είναι ότι δεν πρόκειται να σεβαστεί τις δημοκρατικές κατακτήσεις αυτού του λαού, ολοκληρώνοντας το προαναφερθέν έργο του ΠΑΣΟΚ. Στο στόχαστρό του εννοείται ότι έχει μπει ο συνδικαλισμός με πολλές περισσότερες αναφορές στο νεολαΐστικο, φοιτητικό συνδικαλισμό. Ευτυχώς δηλαδή που στη Χούντα δεν υπήρχε το Ποτάμι, αλλιώς σήμερα ο Θεοδωράκης μπορεί να μιλούσε κάτω από φωτογραφίες του Παττακού και να έκανε εκπομπές με σακίδιο στην ΥΕΝΕΔ.

Ανάμεσα σ’άλλα, στελέχη κομμάτων υπό κατάρευση, που δε μπορούν να χωρέσουν στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ αλλά έχουν κάθε λόγο να είναι στη Βουλή και μπορούν να είναι χρήσιμοι για τους προαναφερθέντες επιχειρηματίες, συνθέτουν την προεπιλογή για τα νέα βουλευτικά καθίσματα και (γιατί όχι;) για την περίφημη “εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης” στη βάση που θα μας ανακοινώσουν μια μέρα μετά (ναι μετά) τις εκλογές.

ΚΚΕ

Προηγουμένως αναφέρθηκα σε κόμματα που η πολιτική τους ιδεολογία βασίζεται σε παραλαγές και εξελίξεις της οικονομικής θεωρίας του καπιταλισμού, που θεμελιώθηκε κυρίως στα μέσα του 18ου αιώνα. Δηλαδή σε πράγματα που σουλουπώνουν, για να το πω χοντρά, αυτό που η ανθρωπότητα κατάφερε να καταλάβει πριν από 3 αιώνες. Ε λοιπόν, ας έρθουμε λίγο πιο κοντά στο σήμερα, λιγότερο από 2 αιώνες πριν, όταν μέσα στην καπιταλιστική ανάπτυξη η ανθρωπότητα κατάφερε να συνδιάσει την επιστημονική γνώση για την εξέλιξη του κόσμου, των ανθρώπινων κοινωνιών, της οικονομίας και των σχέσεων που τα συνδέουν όλα μαζί και να φτιάξει μια ολοκληρωμένη επιστημονική θεωρία που για χάρη εκείνου που τη διατύπωσε ονομάστηκε μαρξισμός.

Το ΚΚΕ, το μεγαλύτερο σε ιστορία ελληνικό Κόμμα (εδώ το Κ είναι κεφαλαίο και ενίοτε διπλό), κινείται πάνω στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης θεωρίας που θεμελιώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, με τις απαραίτητες προσαρμογές από τον Λένιν, που της έδωσε κι αυτός το όνομά του για να βαφτιστεί τελικά Μαρξισμός-Λενινισμός. Αυτή η θεωρία, που έγινε και πράξη και όπως και οι υπόλοιπες συνεχίζει να εξελίσσεται, αλλά μην ψάχνετε στο μεσημεριανό του Αντ1 να βρείτε το πώς, είναι η μοναδική γνωστή στις μέρες μας που εξηγεί πώς ο πλούτος που παράγεται, που φτάνει για να ζουν πλουσιοπάροχα 5 φορές οι άνθρωποι που κατοικούν τον πλανήτη μας, μπορεί πραγματικά να γίνει ιδιοκτησία όλων και όχι του 1% που κατέχει πάνω από το 50% αυτού. Αυτή λοιπόν η θεωρία, για λόγους που δε μπορώ να αναλύσω εδώ, γιατί χρειάζομαι περίπου 5 blogs ακόμα για να αναπαράξω τους θεμελιωτές της, δεν είναι μια ουτοπική σκέψη που ήρθε σαν αστραπή στο κεφάλι κάποιων, αλλά μια επιστημονική θεωρία. Όταν στην επιστήμη χρησιμοποιούμε τη λέξη θεωρία δεν εννοούμε αυτό που με χλεύη χαρακτηρίζουμε στην καθομιλουμένη.

Ένα πρόβλημα λοιπόν του ΚΚΕ είναι ότι μιλάει με επιστημονικούς όρους και δεν ολισθαίνει στο ατόπημα να μιλήσει μόνο στην καθομιλουμένη. Αυτό βασικά δεν είναι δικό του πρόβλημα, είναι πρόβλημα της σοβαρότητας, που εφ’ όσον το ΚΚΕ θέλει να την κρατήσει αναγκάζεται να την υιοθετήσει με το πρόβλημά της.

Πριν ξεφύγουμε όμως, ας κάνουμε, όπως και για τους υπόλοιπους την απαραίτητη αναδρομή.

Το ΚΚΕ λοιπόν δε γεννήθηκε στην τηλεόραση, αλλά ιδρύθηκε στον Πειραιά το 1918 από την ανάγκη μιας σειράς επαναστατικών και εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων να δημιουργήσουν το δικό τους πολιτικό φορέα. Όχι επειδή έτσι τους κάθησε, αλλά επειδή εκείνη την εποχή αυτό που ονομάζεται επαναστατικό κίνημα ζούσε λαμπρές μέρες, με το πρώτο εργατικό κράτος της ιστορίας της ανθρωπότητας να φτιάχνεται στη Ρωσία (που δεν ήταν ακόμα Σοβιετική Ένωση).

Επειδή η ιστορία του είναι τεράστια, τόσο που μελετάται στα πανεπιστήμια, αντίθετα μ’αυτή του Ποταμιού, του ΣΥΡΙΖΑ, της Χρυσής Αυγής και του Τσοχατζόπουλου, απλά χρειάζεται ν’αναφερθούν οι λέξεις Μάης του ’36, ΕΑΜ, Δημοκρατικός Στρατός, Ξερονήσια, Αντιδικτατορική Πάλη, Εργατικό Κίνημα στη Μεταπολίτευση, ΠΑΜΕ. Όσοι γνωρίζουν τα πεντεδέκα της ιστορίας μπορούν να καταλάβουν το ειδικό βάρος αυτών των λέξεων, που δε θα υπήρχαν στο λεξιλόγιό μας αν δεν υπήρχε μπροστάρης το ΚΚΕ. Δεν ήταν ούτε είναι μόνο του σε όλους αυτούς τους αγώνες, αλλά χωρίς ΚΚΕ, θα μιλούσαμε για μια πολύ διαφορετική ιστορία.

Μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας του ήταν εκείνη του 1989-1991, όταν ο “υπαρκτός Σοσιαλισμός” στην Ευρώπη εξαφανιζόταν και την ηγεσία των χωρών που οι δυτικοί καπιταλιστές έβλεπαν πίσω από το “σιδηρούν παραπέτασμα” (όρος του Τσώρτσιλ), οδηγούσε εκατομμύρια ανθρώπους στον υποσιτισμό, την πορνεία και κάθε μορφή εξαθλίωσης. Εκείνη την περίοδο, το ΚΚΕ ήταν ένα από τα λίγα Κόμματα που δεν έριξαν μαύρη πέτρα στην Ιστορία και την ιδεολογία τους, αντιμετωπίζοντας για μια ακόμα φορά την Ιστορία με τρόπο επιστημονικό και όχι πανελίστικο, φροντίζοντας στη συνέχεια να εξετάσει προσεχτικά αυτή την ιστορική εμπειρία και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την πολιτική του και την ιδεολογία του.

Κρατώντας λοιπόν αυτή την ιδεολογία βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καταφέρνοντας όχι μόνο να ξανασταθεί όμως στα πόδια του, μετά από μια κοσμογονία πλανητικών διαστάσεων, αλλά και να παίρνει θέση σε πολύ σημαντικά ζητήματα, που αργότερα επιβεβαιώθηκε.

Οι Έλληνες, όπως και πολλοί άλλοι, ωστόσο φαίνεται ότι εκτός από κοντή μνήμη είναι και συμφεροντολόγοι αλλά και τσάμπα μάγκες. Για να μιλήσουμε για τα όσα σήμερα βιώνει ο ελληνικός λαός, είναι σημαντικό να πούμε ότι σ’αυτή την ενότητα αναφέρομαι στο μοναδικό Κόμμα που δεν ψήφισε τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Ναι, αν δεν είχαμε μπει στο Ευρώ δε θα είχαμε τη σκέψη πόσο δύσκολο είναι να φύγουμε! Καλό ε;

Αυτό είναι το Κόμμα που όταν έκανε κουμάντο παντού ο ΠΑΣΟΚοσυνδικαλισμός έβαζε πλάτη να γίνουν σοβαρά σωματεία και να ενωθούν σα μια δύναμη υπό το ΠΑΜΕ που ταρακούνησε τα νερά στην έναρξη της κρίσης. Βεβαίως, οι Έλληνες από το να κατεβαίνουν στους δρόμους και να κάνουν απεργίες, με τους περισσότερους να μην ξέρουν πώς είναι μια απεργία, προτιμούσαν είτε να αγανακτούν χτυπώντας κατσαρόλες στο Σύνταγμα, είτε να ψηφίσουν μια κυβέρνηση Harry Potter για να τους λύσει τα προβλήματα κι έτσι το 2012 είπαν στο ΚΚΕ να κάτσει στ’ αυγά του, να μην έχει δύναμη για να οργανώνει αγώνες και του έδωσαν (και με μικρή ευθύνη της προπαγάνδας του ΚΚΕ) ένα ταπεινωτικό ποσοστό για να βρει ο Σαμαράς την “ώρα για το ωραιότερο σεξ”.

Το ζήτημα είναι ότι το ΚΚΕ για μια ακόμα φορά επιβεβαιώθηκε, όπως για τόσα άλλα. Όταν την δεκαετία του 1990 έλεγε για παράδειγμα ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό κανείς άλλος δεν περίμενε ότι θα συγκυβερνήσουν. Όταν έλεγε ότι το Ευρώ δε φέρνει την ευρωπαϊκή ευμάρεια στην Ελλάδα όλοι νόμιζαν ότι θα ζουν στην Ελβετία (άντε στη Δανία) του Νότου. Έτσι, επειδή πολύ επιβεβαιώθηκε το ΚΚΕ, βρέθηκε μια άλλη λύση για να μην το ψηφίζει κανείς.

Το γερό στρίμωγμα που του έκαναν ήταν να το πιέσουν να μπει σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που σύντομα όλοι θα μάθουν τι σημαίνει αυτό, ώστε να εισπράξουν ένα ακόμα μεγαλοπρεπές ΟΧΙ όπως εκείνα που είπε σε κατακτητές και κατακτητές, σε εξαθλιωτές της ζωής του λαού για σχεδόν έναν αιώνα. Ουσιαστικά του ζητούσαν να μην είναι ΚΚΕ και εκείνο απάντησε ακόμα μια φορά ότι θα παραμείνει ΚΚΕ.

Ε, εκεί άρχισε κάπου το παραμύθι με το ΟΧΙ, χωρίς βέβαια και πάλι το μεσημεριανό του Αντ1 να μιλάει για τις αμέτρητες προτάσεις νόμου που έκανε για τους ανέργους, τους μισθωτούς, τις κλαδικές συμβάσεις και πολλά άλλα στη Βουλή και πήρε τα μεγαλοπρεπή ΟΧΙ των υπόλοιπων πτερύγων των εθνοπατέρων. Όντας και το 7ο Κόμμα στη βουλή, με ποσοστό λιγότερο από τον Καμμένο και τη ΔΗΜΑΡ (μάγκας ο ελληνικός λαός) δε μπορούσε να απαιτήσει και περισσότερο χρόνο στις τηλεοράσεις που έχουν 4 το πολύ 5 παράθυρα, για να ακουστούν οι απόψεις του.

Στην προεκλογική περίοδο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να το επιβεβαίωσε μέχρι τελείας, στην προσπάθεια να μαζέψει από παντού κόσμο για τα απαραίτητα ποσοστά που του έδιναν τα κυβερνητικά έδρανα, αλλά ο ελληνικός λαός ακόμα πιπιλίζει την καραμέλα ότι το ΚΚΕ έχει την ασφάλεια της αντιπολίτευσης και δε θέλει να κυβερνήσει.

Ε λοιπόν, το ΚΚΕ, πέρα από την προσωρινή συνεργασία στην Κυβέρνηση του 1989, που έγινε για να γίνουν τα δικαστήρια του Κοσκωτά, έχει κυβερνήσει 2 φορές! Το ξέρατε; πώς να το ξέρετε (οι περισσότεροι), δεν τα λέει αυτά το μεσημεριανό του Αντ1. Η πρώτη ήταν με την ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) που αποτελούσε την ελληνική κυβέρνηση όταν το ΕΑΜ είχε απελευθερώσει το 90% των ελληνικών εδαφών από τους κατακτητές του άξονα. Τότε βέβαια άλλοι ήταν στην Αίγυπτο και άλλοι ήταν δοσίλογοι και οι Έλληνες ως περήφανος και ευγνώμων λαός ψηφίζει σήμερα αυτούς τους άλλους. Η δεύτερη ήταν στην Προσωρινή Κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, που όταν οι (πραγματικοί) συμμορίτες έσφαζαν κόσμο άοπλο (αφού το ΕΑΜ είχε παραδώσει τα όπλα μετά τη Βάρκιζα, έχοντας συμφυλιωτικές αυταπάτες – βγάλτε κανα συμπέρασμα) κάποιοι ξανάφυγαν στα βουνά γιατί δεν καταλάβαιναν Ελευθερία με Σουρλάδες στο κεφάλι τους. Μετά πήγαν ταξίδι στα ξερονήσια και τις φυλακές για να καταλάβουν την ελευθερία καλύτερα.

Αυτό το Κόμμα λοιπόν είναι που λέει ΟΧΙ, το Κόμμα του Ρίτσου, του Βάρναλη και του Μπελογιάννη, που όταν έπεφτε από τις σφαίρες των αποσπασμάτων του “κεντρώου” Πλαστήρα, έφευγε με χαμόγελο για τα όσα έκανε για την πατρίδα του, δεν έκλαιγε στα βουλευτικά έδρανα όπως άλλοι “αγωνιστές” σήμερα.

Αυτό το Κόμμα λοιπόν έχει την εξής ιδιομορφία, ο κόσμος που το υποστηρίζει στη μεγάλη του πλειοψηφία δεν είναι απλώς ψηφοφόροι, αλλά άνθρωποι που γνωρίζουν τι είναι η πολιτική, έχουν άποψη, δε συμφωνούν σε όλα, πολλές φορές τσακώνονται, αλλά ψάχνουν να βρουν τα ελάχιστα και φτάνουν στο συμπέρασμα ότι 1+1=2.

Αυτό το Κόμμα λέει λοιπόν ότι σήμερα όντως χρειάζεται μια αντιπολίτευση “τύπου ΠΑΜΕ” για να μπορέσουν να αποκρουστούν τα χειρότερα που έρχονται με ταχύτητα υπερταχείας αμαξοστοιχίας. Όσοι το χρειάζονται θα το ψηφίσουν, το σίγουρο είναι ότι δε θα είναι πολυσυλλεκτικό αυτό το μίγμα και ίσως αξίζει τον κόπο να σκεφτεί κανείς μήπως μπορεί να φύγει από την πολυσυλλογή που τον έφερε στη θέση που βρίσκεται σήμερα.

Τουλάχιστον, υπάρχει και φιλότιμο.

Be First to Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *